Λεξιλογικά: Σακάτης, Πλεύρο, Σούφρα, Σητίζει, Ρηχάνω

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s

Σακάτης, σακατεύω = καθιστώ κάποιον ανάπηρο χτυπώντας, τραυματίζοντάς τον, του προκαλώ σοβαρή ή ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη. Ο Φαίδων Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» (τ. Α, σελ. 96) αναφέρεται  στο παιχνίδι «επί τάπητος», το οποίο περιγράφει ο Λιβάνιος και είναι αντιγραφή του ρωμαϊκού παιχνιδιού sagatio. Ονομαζόταν έτσι γιατί χρησιμοποιούσαν sagum δηλ. στρατιωτικό μανδύα που το ύφασμά του ήταν πολύ γερό ή τάπητα.

Ένας μαθητής τοποθετούνταν στον τάπητα τον οποίο κρατούσαν από τα τέσσερα άκρα, τέσσερις συμμαθητές του. Σε κάποια στιγμή τέντωναν βίαια τον τάπητα και πετούσαν ψηλά τον μαθητή, ο οποίος άλλοτε έπεφτε αβλαβής από τον μετέωρο τάπητα, πολλές φορές όμως τον χαλάρωναν εσκεμμένα, χτυπούσε στο έδαφος (τον βροντοχτυπούσαν δηλαδή) και τραυματιζόταν. Ο μαθητής προσπαθούσε να κρύψει το πάθημά του γιατί σύμφωνα με τις σχολικές αντιλήψεις τότε, του έφερνε αισχύνη. Έγκριτα ετυμολογικά λεξικά αναζητούν τη ρίζα στην τούρκικη λέξη σακάτ. Όμως το παιχνίδι σαγκάτιο παιζόταν από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς, πολύ πριν φανούν στον ορίζοντα οι Τούρκοι και οι παίκτες μερικές φορές σακατεύονταν στην κυριολεξία. Αυτό το παιχνίδι σε παραλλαγή, το έπαιζαν τα παιδιά στη δεκαετία του ’50, τις βροχερές μέρες που δεν μπορούσαν να λασποκυλάνε στους δρόμους. Βάζανε σε ένα γερό ριγέ σεντόνι ένα παιδί και άλλοι τέσσερις (ή στην ανάγκη δύο) κρατώντας από τις άκρες προσπαθούσαν να το(ν) πετάξουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν ή το παιδί ξάπλωνε στο κρεβάτι και ανεμίζανε πάνω του το σεντόνι ή πηδάγανε στο σουμιέ (κάνανε τραμπολίνο) με δύναμη για να φθάσουν ψηλά και ξεχαρβαλώνανε τους σουμιέδες.

 Πλεύρο: το πλεύρο (και όχι το πλευρό) είναι το σακί που φορτώνανε οι γεωργοί στο γαϊδουράκι τους για να μεταφέρουν καρπούς από το χωράφι (ελιές, αραποσίτι, στάρι, βρώμη, λούπινα κ.ά.). Το πλεύρο αποτελούσε και μονάδα μέτρησης. Υπολόγιζαν με τα πλεύρα, πόσες οκάδες καρπού εισοδέψανε. Σίγουρα η λέξη ετυμολογικά σχετίζεται με το πλευρό, αλλά εδώ φαίνεται καθαρά, πώς με την αλλαγή του τόνου φορτιζόταν η λέξη διαφορετικά και έπαιρνε μία ειδική σημασία. Ο Διονύσιος Πύρρος στην Βοτανική Πρακτική γράφει: «Η πλευρίτις είναι μία φλόγωσις της πλεύρας (σακούλας) ήτις κρατεί τον πνεύμονα μέσα της». Πρόκειται για τον υπεζωκότα υμένα, το σακούλι δηλαδή που επενδύει εσωτερικά τον θώρακα και προστατεύει τους πνεύμονες. Όμως πλεύρες λένε οι γεωργοί και τα επικλινή σημεία των χωραφιών. Η πλεύρη και οι πλεύρες δυσκόλευαν τους γεωργούς στο ξάνοιγμα των χωραφιών, στο όργωμα και στη συγκομιδή.

 Σούφρα είναι η πτυχή, η πτύχωση, η σούρα, ο μαρασμός βρέφους από αθρεψία. Μάλλον πρόκειται για την αρχαία λέξη σύφαρ που κατά το λεξικό LIDDELL SCOTT σημαίνει τεμάχιο ρυτιδωμένου δέρματος, το σύκο το ζαρωμένο. Σαν επίθετο η λέξη σύφαρ σημαίνει ο ρυτιδιασμένος, ο καταπονημένος, ο πολύ γερασμένος. Κατά το Μέγα Ετυμολογικό λεξικό, σύφαρ δεν είναι απλώς τα γεράματα αλλά και το επακόλουθο της εσχάτης ηλικίας, το καταρυτιδιασμένο δέρμα. Ο Σώφρων στους Ανδρείους Μίμους είπε: "Τι μεν ξύσιλος; τι γαρ; σύφαρ αντ' ανδρός". Τον ανακρινόμενο γέροντα παίζοντας ονόμασε ξύσιλον, επειδή από φαγούρα ο γέροντας έξυνε το δέρμα του και αυτό διαλυόταν. Η απάντηση "σύφαρ αντ' ανδρός" σημαίνει ότι αντί του ανδρός έχει μείνει μόνο πολύ ψιλό δέρμα, ήδη δαπανημένο. Μερικοί σύφαρ ονομάζουν το γέρασμένο δέρμα του φιδιού, το φιδοπουκάμισο που αποσύρεται. Κατά πάσα πιθανότητα το σύξ(υ)ιλος που λέμε σήμερα, είναι το αρχαίο ξύσιλος με αναγραμματισμό, και σημαίνει αυτόν που έμεινε απολιθωμένος χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Έμενε δηλαδή "σύφαρ αντί ανδρός".

 σητίζει: στο χωριό λένε συχνά το χειμώνα σητίζει δηλαδή ψιλοβρέχει χωρίς να βλέπουμε ολοκληρωμένες σταγόνες βροχής, σαν να ψιλοκοσκινίζει κάποιος. Πρόκειται για το αρχαίο ρήμα σήθω που σημαίνει κοσκινίζω και στην περίπτωση αυτή ψιλοκοσκινίζω. Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν χοντρό κόσκινο (δρυμόνι) για χοντροδουλειές και το ψιλό κόσκινο με μεταξένιο πάτο για ψωμί πολυτελείας. Σητάνειος ήταν ο κοσκινισμένος, ο καθαρισμένος. Από την ίδια ρίζα βγαίνει και η λέξη σήτα, το λεπτό διχτυωτό που τοποθετούμε στα πορτοπαράθυρα, για προστασία από ενοχλητικά έντομα.  

 ρηχάνω: χρησιμοποιεί τη λέξη ο Καστανιώτης Γ.Λ. όταν πέφτει το μεσημέρι για έναν υπνάκο. Μάλλον προέρχεται από την αρχαία λέξη ρέγκω, ρέγχω, ροχαλίζω. Ο Κοραής έχει τους τύπους ρέγχει, ροχάζει, ρουχαλίζει. Ο Ελευθερουδάκης ρεγχάζω, ρέγχω, το ρογχάζειν είναι το ροχάλισμα κ.λπ. Η λέξη συναντάται και στην Παλαιά Διαθήκη (φυσικά σε μετάφραση των Ο΄) στην περιπέτεια του Ισραηλινού προφήτη Ιωνά. Όταν ταξίδευε με πλοίο να πάει για να κηρύξει μετάνοια στη Νινευί, μεγάλος κλύδωνας κατέλαβε το πλοίο. Ο κάθε ναυτικός επικαλέστηκε το θεό του και πετούσαν διάφορα σκεύη στη θάλασσα για να ανακουφιστεί το πλοίο από το βάρος. "Ιωνάς δε, κατέβη εις την κοιλίαν του πλοίου και εκάθευδε (κοιμόταν) και έρεγχε (ροχάλιζε). Τότε ήρθε σε αυτόν ο πρωρεύς και του είπε: "Τι συ ρέγχεις; ανάστα και επικαλού τον θεόν σου". Τότε ρίξανε τον κλήρο για να βρουν τον αίτιο της τρικυμίας, ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, τον ρίξανε στη θάλασσα και τον κατάπιε ένα κήτος που μετά από τρεις μέρες τον ξέρασε στην ξηρά.

 

Πελεκάνου Θεοδώρα, φιλόλογος

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s