Parathrhths.gr

North Taygetos portal

Λεξιλογικά: Λαγάνα, Μπουκουβάλα, Σκορδαλιά, Γιαπράκια

words 1Λαγάνα: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο λάγανον που ήταν μια λεπτή και πλατιά πίτα, ένα γλύκισμα με λάδι και αλεύρι. Αρχαιοελληνική προέλευση έχουν και οι λαλαγγίδες, όπου λαλάγγη ή λαλάγγιον= το λάγανον.

Περισσότερα: Λεξιλογικά: Λαγάνα, Μπουκουβάλα, Σκορδαλιά,...

Λεξιλογικά- Σκανταλομάγκουρα, Ζωρός, Βραχιάστηκα, Σκαμνί, Γάιδαρος, Διασελίζω

Σκανταλομάγκουρα και σκαντάλια:
Όταν, πιτσιρικάδες, στήναμε πλάκες για να πιάσουμε το καταχείμωνο κανένα κακομοίρικο τσόνι ή σπουργίτι ούτε που πέρναγε από το μυαλό μας πως ο όρος σκανταλομάγκουρα έχει αρχαιοελληνική προέλευση.

Περισσότερα: Λεξιλογικά- Σκανταλομάγκουρα, Ζωρός,...

Λεξιλογικά: Σακάτης, Πλεύρο, Σούφρα, Σητίζει, Ρηχάνω

Σακάτης, σακατεύω = καθιστώ κάποιον ανάπηρο χτυπώντας, τραυματίζοντάς τον, του προκαλώ σοβαρή ή ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη. Ο Φαίδων Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» (τ. Α, σελ. 96) αναφέρεται  στο παιχνίδι «επί τάπητος», το οποίο περιγράφει ο Λιβάνιος και είναι αντιγραφή του ρωμαϊκού παιχνιδιού sagatio. Ονομαζόταν έτσι γιατί χρησιμοποιούσαν sagum δηλ. στρατιωτικό μανδύα που το ύφασμά του ήταν πολύ γερό ή τάπητα.

Περισσότερα: Λεξιλογικά: Σακάτης, Πλεύρο, Σούφρα, Σητίζει,...

Λεξιλογικά: Ρουπάκι, ξετζ(σ)ινιάζω, στουπί, παστρεύω, μπολιάρης

Ρουπάκι είναι η δημώδης ονομασία είδους δρυός, βελανιδιάς. Πρόκειται βέβαια για το γνωστό μας θάμνο που φυτρώνει στα αγριεμένα χωράφια και στους όχτους τους. Είναι το υποκοριστικό της αρχαίας λέξης ρωψ, ρώπαξ, ρωπάς –άδος, και το υποκοριστικό ρωπάκιον. Ρωπεύω, σήμαινε κόβω κλάδους και χαμόκλαδα. Ρωπήεις ήταν ο κατάφυτος από θάμνους. Ρωπήια ήσαν τα πυκνά χαμόκλαδα. Ρωπικός αυτός που ανήκει σε ασήμαντα και ευτελή πράγματα.

Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ρουπάκι, ξετζ(σ)ινιάζω, στουπί,...

Λεξιλογικά: Θρούμπα, παρατσούκλι, λοΐδες, ιλάλι

Θρούμπα (ελιά), ελιές θρούμπες. Η εύκολη σκέψη είναι, πως ονομάζονται θρούμπες οι ελιές επειδή τις αρωματίζουμε με θρούμπη. Και όμως πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η θρούμπη ή το θρούμπι, είναι κοινή ονομασία του φυτού θύμβρος (θρουμπί, θρούμπη, θυμάρι), ο θύμος των αρχαίων Ελλήνων που χρησιμοποιείται σαν καύσιμη ύλη ή για την άρτυση διαφόρων εδεσμάτων. Ενώ θρούμπα είναι ο καρπός της ελιάς που αφού ωρίμασε στο δέντρο, πέφτει ώριμη και ζαρωμένη (η αρχαία γεργέμιρος).

Περισσότερα: Λεξιλογικά: Θρούμπα, παρατσούκλι, λοΐδες, ιλάλι

Please note! This site uses cookies and similar technologies


Please note! This site uses cookies and similar technologies

Since 26th May 2012, All websites across the EU are now required to ask your permission to place cookies on your machine (E-Privacy Directive 2009/136/EC). The EU Cookie Directive is designed to increase consumer protection. It recognizes the importance and usefulness of cookies for the functioning of a web site but requires websites to obtain informed consent from visitors before they store information on a computer or any web connected device. This is storage is mostly done by cookies, which can then be used for tracking visitors to a site. We only use it within the EU law. You can choose whether or not to allow the site to use cookies in this way, but you should be aware that if you do not allow cookies you may experience a loss of site functionality in many cases, and some services will not work at all unless cookies are allowed

At the top of this, a message is displayed to warn you that our website uses cookies

If you not change browser settings, you agree to it

Read more: DIRECTIVE 2009/136/EC OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL

PLG_SYSTEM_COOKIEHINT_HEAD
PLG_SYSTEM_COOKIEHINT_INFO